- λειτουργισμός
- ο1. (επιστημολ.) τρόπος ερμηνείας και μέθοδος ανάλυσης σύνθετων κυρίως δομών τού επιστητού με βάση την εξάρτηση, τη δράση, την απόδοση, την αποτελεσματικότητα ή τον προορισμό τών μερών στα πλαίσια ενός συνόλου, αλλ. θεωρία τής λειτουργικότητας ή φονξιοναλισμός2. ανθρωπολ. θεωρία σύμφωνα με την οποία ο πολιτισμός δεν είναι ένα απλό συνονθύλευμα ανάμικτων γνωρισμάτων αλλά ένα σύνολο περίπλοκων στοιχείων που συνθέτουν αλληλεξαρτώμενους μηχανισμούς3. αρχιτ. δόγμα κατά το οποίο η μορφή ενός κτηρίου πρέπει να καθορίζεται από πρακτικούς παράγοντες, όπως είναι η χρήση, το υλικό και η δομή4. (κοινων.) μέθοδος ανάλυσης και θεωρία που έχει ως αφετηρία της την προϋπόθεση ότι όλες οι δομές και πλευρές μιας κοινωνίας εξυπηρετούν έναν σκοπό και ότι όλες είναι απαραίτητες για τη μακροπρόθεσμη επιβίωσή της5. γλωσσ. τύπος γλωσσολογικής σπουδής που ασχολείται με τις λειτουργίες τις οποίες επιτελεί η γλώσσα, κυρίως από την άποψη τής γνώσης, τής έκφρασης και τής πρόθεσης6. (ψυχολ.) αντίληψη και θεωρία που τονίζει τη σημασία τής εμπειρικής ορθολογικής σκέψης ενάντια στην ψυχολογία τού δομισμού.[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. functionalism < functional < function «λειτουργία» + κατάλ. -ism].
Dictionary of Greek. 2013.